Το Ειδικό αντιδρά στον Διαμεσολαβητή: Η αποδοχή εγγράφων από τη Σερβία σημαίνει ότι οι δικαστές θα βασίζονται σε αυτούς

Το Ειδικό Δικαστήριο ανέθεσε θέση, θεωρούμενο ως απάντηση στον διαμεσολαβητή στο Κοσσυφοπέδιο, η οποία μέσω επιστολής που εστάλη στον επικεφαλής του δικαστηρίου, Εκατερίνα Τρενταφίλοβα, έχει εγείρει ανησυχίες, μεταξύ άλλων, σχετικά με την αποδοχή ορισμένων εγγράφων από τη Σερβία. “FACT: Η απόφαση αποδοχής αποδεικτικών στοιχείων από τον κατήγορο ή την υπεράσπιση δεν αποτελεί ένδειξη [...]
“FACT: Η απόφαση αποδοχής αποδεικτικών στοιχείων από τον Εισαγγελέα ή την Προστασία δεν αποτελεί ένδειξη του πόσο βάρος ή αξιοπιστία θα δώσουν στους δικαστές εάν πρόκειται να δώσουν βάρος σε”, αναφέρει ο Ειδικός σε μια θέση Χ.
“Η απόφαση αυτή λαμβάνεται υπό τη δοκιμή στο τέλος της παρουσίασης των δοκιμών”, προσθέτει ως απάντηση.
Το Ειδικό Δικαστήριο αναφέρει ότι “κατά τη διάρκεια της συνέλευσης για την έκδοση της απόφασης, το Δικαστικό Επιμελητήριο εκτιμά κάθε δοκιμασία, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που δόθηκαν στη δίκη”.
“Κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης κατά πόσον έχουν επιβεβαιωθεί οι πραγματικοί ισχυρισμοί, το δικαστήριο προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση και μέτρο λαμβάνοντας τα αποδεικτικά στοιχεία ως σύνολο. Ο κανονισμός δεν επιτρέπει στην ένοχη ετυμηγορία να βασίζεται αποκλειστικά σε στοιχεία μάρτυρα που η υπεράσπιση δεν είχε την ευκαιρία να αμφισβητήσει”, λέγεται ως απάντηση.
Στην επιστολή του προς τον πρόεδρο του δικαστηρίου, ο Διαμεσολαβητής Naim Celaj έγραψε, μεταξύ άλλων, ότι σημείωσε την αποδοχή των επίσημων εγγράφων που υποτίθεται ότι προέρχονται από τις Σερβικές αρχές, οι οποίες διεκδικούν άσκηση δικαιοδοσίας στο έδαφος του Κοσσυφοπεδίου μετά τον Ιούνιο του 1999”.
“Η περίοδος αυτή συμπίπτει με την ανάπτυξη της προσωρινής διεθνούς διοίκησης που εξουσιοδοτήθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, κατά τη διάρκεια της οποίας η λειτουργία των σερβικών δικαστικών θεσμών στο Κοσσυφοπέδιο ήταν παράνομη βάσει του διεθνούς δικαίου, όπως έχει σαφώς οριστεί στις αποφάσεις του Ειδικού Εκπροσώπου του Γενικού Γραμματέα. Κατά συνέπεια, η αποδοχή αυτών των εγγράφων εγείρει σοβαρές ανησυχίες τόσο για τη νομιμότητά τους (συμπεριλαμβανομένου του διεθνούς δημόσιου δικαίου, όσο και όχι μόνο σύμφωνα με το Σύνταγμα), καθώς και για την ικανότητά τους”, λέγεται μεταξύ άλλων στην επιστολή του.












