Το περιστατικό στη γέφυρα Ίμπερ ονομάστηκε απόδειξη της εθνικής ασφάλειας του Κοσσυφοπεδίου

Ο ειδικός ασφαλείας Ντριζάν Σάλα αντέδρασε μετά το περιστατικό κατά τη διάρκεια κατασκευής της δεύτερης γέφυρας στο βόρειο Κοσσυφοπέδιο, απαιτώντας από τους θεσμούς να μην σπεύσουν σε συμπεράσματα χωρίς ανεξάρτητη και εμβαθυντική έρευνα. Τόνισε ότι η υπόθεση πρέπει να αντιμετωπιστεί ως νέα δοκιμή της εθνικής ασφάλειας και λειτουργίας [...]
Τόνισε ότι η υπόθεση πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια νέα δοκιμή της εθνικής ασφάλειας και της λειτουργίας του νομικού κράτους στο βορρά της χώρας.
Το υποx0). Με βάση τις τρεις κύριες υποθέσεις που εγείρονται όσον αφορά την ασφάλεια, πρέπει να εκφράσουμε μια ισορροπημένη και σαφή στάση για το κοινό”, δήλωσε ο Σάλα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τρεις πιθανές υποθέσεις πρέπει να εξεταστούν στην ανάλυση της κατάστασης.
Στην αρχική υπόθεση, ο Σάλα εκτιμά ότι το <x0-συμπτώματα συνέβησαν κατά τη διαδικασία κατασκευής της δεύτερης γέφυρας στο βόρειο Κοσσυφοπέδιο θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα της ανθρώπινης παρέμβασης (σκόπιμη δολιοφθορά) ή ενός τεχνικού ελαττώματος κατά τη φάση της μηχανικής παραγωγής”.
Τονίζει ότι “για να καθοριστεί η πραγματική φύση του γεγονότος απαιτείται διεπιστημονική ανάλυση που περιλαμβάνει στοιχεία ασφάλειας, τεχνικής και νοημοσύνης”.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο Σάλα εξηγεί ότι “υπάρχει η πιθανότητα αυτό το περιστατικό να αποτελεί προϊόν σαμποτάζ που συντονίζεται από παράλληλες δομές και εγκληματικές ομάδες που δραστηριοποιούνται στο βορρά της χώρας, το οποίο παραδοσιακά είχε δεσμούς με τα παραπολιτικά δίκτυα της Σερβίας”.
Σύμφωνα με τον ίδιο, “αυτές οι ομάδες θα μπορούσαν να στοχεύουν στη δημιουργία αβεβαιότητας και στην πρόληψη διαδικασιών θεσμικής ολοκλήρωσης στην περιοχή, μέσω ζημιών σε στρατηγικά έργα υποδομής”.
Αν και στη στρατηγική υπόθεση, ο Σάλα προειδοποιεί ότι το ενδεχόμενο “σαμποτάζ μπορεί να χρηματοδοτηθεί ή να αναπτυχθεί από την κρατική δομή της Σερβίας, ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής υβριδικών δράσεων και πιέσεων στους θεσμούς του Κοσσυφοπεδίου”.
Υπενθυμίζει ότι “το σενάριο αυτό είναι παρόμοιο με προηγούμενα περιστατικά σε κρίσιμες υποδομές (π.χ. Τα συστήματα ύδρευσης και ενέργειας που καταχωρήθηκαν το προηγούμενο έτος, με στόχο την υπονόμευση της τοπικής σταθερότητας και τη δοκιμή της ανταπόκρισης των αρχών ασφαλείας”.
Εν κατακλείδι, ο εμπειρογνώμονας ασφαλείας απαιτεί μέγιστη ωριμότητα και επαγγελματισμό κατά τον χειρισμό του γεγονότος.
Αυτό το περιστατικό πρέπει να αντιμετωπιστεί με μέγιστη προσοχή και επαγγελματισμό. Κάθε πρώιμο συμπέρασμα θα εξυπηρετούσε μόνο εκείνους που επιδιώκουν να βλάψουν την δημόσια πίστη και να χειραγωγήσουν τη γνώμη. Μέχρι την ολοκλήρωση των τεχνικών, ποινικών και μυστικών ερευνών, κανείς δεν πρέπει να βγάλει γρήγορα συμπεράσματα”, δήλωσε.












